Solo Performance by Andreas Konstantinou

Reviews

Screen Shot 2016-04-25 at 12.23.47 PM

http://www.rejected.gr/subs/views/theater/project_bacchae.html

Νοέμβριος, 2015
rejected.gr

——————————————————————————————————————

“Το πιο σκοτεινό, το πιο ανατριχιαστικό -από όσο μπορώ να θυμάμαι- έργο του Ευριπίδη και γενικά των αρχαίων τραγωδών μας, είναι τούτο εδώ, οι Βάκχες.

Ο -ορισμός του τραγικού ήρωα – Πενθέας, θα διατηρήσει τα προσωπικά του πιστεύω ακλόνητα ως το τέλος. Θα αντιταχθεί στην επιθυμία του θεού, στην αλλαγή και στο καινούριο, όταν όλοι γύρω του την έχουν αποδεχθεί και υιοθετήσει (με τη θέλησή τους ή μη).
Θα κρατήσει ουσιαστικά την ατομικότητά του ως το τέλος, ή καλύτερα αυτό του το κατόρθωμα είναι που θα φέρει και το τέλος του. Και μάλιστα με τρόπο ειρωνικά τραγικό. Ο ήρωας που λυσσασμένα ορκιζόταν πως θα νικήσει τον θεό, θα καταλήξει να “μεταμορφωθεί ” σε Μαινάδα, σε ζώο (λιοντάρι) και να σκοτωθεί τελικά από την μητέρα του και να διαμελιστεί από τις υπόλοιπες Μαινάδες. Περήφανη στάση ζωής, εξευτελιστικός όμως θάνατος, που έρχεται ως συνέπεια της στάσης αυτής , αναιρεί και ειρωνεύεται την κάθε λέξη που είχε ξεστομίσει ο Πενθέας και όλο το αξιακό σύστημά του.

Και ερχόμαστε στη solo performance “θΘ – Εργασία Βάκχες”. Ένας μόνο άνθρωπος θα έρθει αντιμέτωπος σχεδόν με κάθε ρόλο. Θα μεταμορφωθεί στα πάντα, μπροστά στα μάτια σου, μέσα στα αυτιά και το μυαλό σου. Την ώρα που νομίζεις πως τον βλέπεις, τον ακούς. Και την ώρα που νομίζεις πως τον ακούς, τον βλέπεις.

Το σκοτάδι παίζει καθοριστικό ρόλο. Μια άυλη αυλαία που πέφτει και ανοίγει, δίνοντας τον χρόνο στον πρωταγωνιστή να μπει σε άλλους χαρακτήρες, ψυχή και σώμα. Αλλά μη νομίζεις πως ενώ συμβαίνει αυτό, εσύ απλά περιμένεις. Όχι. Ο ρυθμός είναι ασταμάτητος, τα σκοτάδια φτιάχνουν δράση, κυκλοφορούν ψιθύρους και συνεισφέρουν άψογα στην μυστικιστική ατμόσφαιρα που οφείλει να έχει οτιδήποτε έχει να κάνει με τον Διόνυσο.

Οι (ηχογραφημένες) φωνές μιλούν αργά και καθαρά, ακούς την κάθε παύση τους και την κάθε λεπτομέρεια της άρθρωσης. Με αυτές θα κάνει διάλογο ο πρωταγωνιστής. Το ίδιο θα αισθανθείς πως κάνεις κάποιες στιγμές κι εσύ. Και εδώ πια, είσαι αντιμέτωπος με το ίδιο σου το μυαλό, τις κρυμμένες σκέψεις που σε αναγκάζει να φέρεις μπροστά ο Διόνυσος και την αποδοχή της ματαιότητας του ανθρώπου και του εαυτού σου.

Μια θεατρική, εικαστική, μουσική, κινησιολογική καλλιτεχνική δημιουργία που δε θα σας αφήσει ήσυχους και βολεμένους. Δεν θέλει και δεν πρέπει να το κάνει άλλωστε. Και με ένα τέλος που δίνεται με έναν τρόπο-έκπληξη, που αν και μάλλον θα “έχει” κυκλοφορήσει, δε θα το πω εδώ, έστω και για τον έναν που δεν του αρέσουν τα spoilers.”

 

Screen Shot 2016-04-25 at 12.27.00 PM

http://www.thinkfree.gr/ergasia-vakhes-konstantinou/

27/11/2015
Κατερίνα Νικολάου / kfnikolaou@gmail.com

——————————————————————————————————————

Το νέο διαδόθηκε. Ένας νέος «θεός» ήρθε στα μέρη μας. Το όνομα αυτού Ανδρέας Κωνσταντίνου. Το Blackbox γεμάτο. Κόσμος περιμένει απέξω με ανυπομονησία, προσμονή και ανησυχία μήπως και δεν καταφέρει να μπει. Τελικά οι καλές παραστάσεις διαδίδονται από στόμα σε στόμα.

Επί 90 λεπτά ο Ανδρέας Κωνσταντίνου ζυμώνεται μπροστά στα μάτια των θεατών. Ο αρχέγονος λόγος, το παγανιστικό σώμα, τα σύμβολα και η νέα τεχνολογία, η μουσική και η όσφρηση όλα συνεργούν σε μια παράσταση εμπειρία. Τα λόγια είναι πολύ λίγα για να περιγράψω την παράσταση Βάκχες του Ευριπίδη όπως την είδε ο Κωνσταντίνου. Η πρώτη απορία ήταν «πώς μόνος του καλύπτει τόσους ρόλους;» Τα φώτα και το σκοτάδι, τα κοστούμια και τα χρώματα, οι ήχοι, οι αποχρώσεις της φωνής και η μουσική σηματοδοτούν τα περάσματα από το ένα πρόσωπο στο άλλο, από σκηνή σε σκηνή, γρήγορα και χαοτικά.

Ακόμα και τα κοστούμια μιλούν. Ο πολυπρόσωπος χορός που παίζει στο φως με τις σκιές κάνοντάς σε να αναρωτιέσαι «πραγματικότητα ή απεικάσματα της φαντασίας μου;» Εξακολουθώ να μιλώ για τα κοστούμια. Σε αυτό το ονειρικό παιχνίδισμα όλα δηλώνουν παραπάνω από ένα πράγματα. Ο Πενθέας βρίσκεται καρφωμένος στη γη να περιστρέφεται μόνο γύρω από τον εαυτό του.

Ήταν ίσως η πρώτη φορά που είδα σωματικό θέατρο όπου λόγος και κείμενο ήταν σε πλήρη αρμονία και είχε νόημα. Η χρήση της τεχνολογίας (στοιχειώδη αλλά ουσιαστικά πράγματα) δείχνει το δρόμο προς το θέατρο όπως μπορεί να είναι σήμερα. Πολύπλευρο, πολυαισθητηριακό, και ειλικρινές. Δεν αρκεί πλέον μόνο ο στόμφος, η πρόζα, η άρθρωση των λέξεων.

Το τελευταίο μέρος της παράστασης γειώνει την αμηχανία του (σε άλλα έργα) από μηχανής θεού. Ξεγυμνώνει και φέρνει στο αρχαϊκό φως τα άχραντα μυστήρια της «Τέχνης». Πόσο μικροί κι ανόητοι αισθανόμαστε όλοι μας μπροστά στους στίχους του Ευριπίδη. Κι όμως δεν είναι παρά λέξεις σε χαρτί. Πρέπει ο ηθοποιός φόρμα και τρεις διαστάσεις. Είναι το θέατρο κόντρα στο θάνατο. Αυτό άλλωστε σημαίνει το θΘ. Και αυτό το πετυχαίνει ο Ανδρέας Κωνσταντίνου.

Ελπίζω να πάρει κι άλλη παράταση γιατί υπάρχει μεγάλη ζήτηση για την εν λόγω παράσταση.

 

Screen Shot 2016-04-25 at 12.29.07 PM

http://beater.gr/ergasia-vakxes-mia-solo-tragwdia/

19/11/2015
Περσεφόνη Κυρατζόγλου

——————————————————————————————————————

Εξ’αρχής ακούγεται τολμηρό και άξιο απορίας το πως μπορεί να αποδοθεί μια αρχαία τραγωδία στο θεατρικό σανίδι, από ένα και μόνο άτομο,μέσα σε 90 λεπτά. Το αποτέλεσμα θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μία αποθέωση πειραματικής προσέγγισης, σε ένα αρχαίο αριστούργημα, που ουκ ολίγα έχει να πει, καθώς οι Βάκχες του Eυριπίδη αποτελούν ενα βαρυσήμαντο έργο που πραγματεύεται τη φύση του ανθρώπου και την αποστροφή του προς το Θείο,διαπράττοντας ύβριν, με αποτέλεσμα τη “δίκαιη” τιμωρία του.

Η ομάδα Θθ, με τον Ανδρέα Κωνσταντίνου να παίρνει όλες τις τραγικές και μη μορφές, έχει επιλέξει ενδελεχώς τα μέσα, με τα οποία μας παρασέρνει σε ένα περιβάλλον αρχαιοελληνικής τελετουργίας. Ένας φωτεινός κύκλος στο κέντρο της αίθουσας, είναι αυτός που θα ορίσει το σημείο μηδέν, όπου τα πρόσωπα θα πάρουν μορφή, χρησιμοποιώντας το αστείρευτο δραματουργικό ταλέντο του Ανδρέα Κωνσταντίνου, ο οποίος συνδυάζει το αφηγηματικό και δραματουργικό θέατρο, χωρίς να φοβάται να τσαλακωθει. Η ηχογραφημένη του φωνή, που αλλάζει χροιές χωρίς να αλλοιώνει την καθαρότητα του λόγου του, συνοδεύται εξαίρετα από τις μυσταγωγικές μουσικές συνθέσεις του Κωστή Λιολιόπουλου, ο οποίος δείχνει να πειραματίζεται πάνω σε έναν εκσυγχρονισμό της αρχαίας ελληνικής μουσικής, με στοιχεία ηλεκτρονικής και έντονες επιρροές από την ανατολή. Η ένταση που δημιουργεί η χρήση των κρουστών στα χορικά σημεία της τραγωδίας, συνδυάζεται άψογα με το φωτισμό σε κοκκινοχρώμα, φανερώνοντας την έκσταση και την κατάσταση της ιερής τρέλας, στην οποία έφταναν οι Βάκχες κατα τις διονυσιακές λατρείες.

Εκείνο που κάνει την performance ακόμη πιο έντονη, δεν είναι μόνο η απόδοση της λυρικότητας του κειμένου του Γιώργου Χειμωνά, αλλά και οι συμβολισμοί, καθώς και οι μεταμφιέσεις των προσώπων της τραγωδίας. Από την αρχή ακόμα, παρακολουθούμε το Θεό της γονιμότητας, μέσω του εκπληρωμένου έρωτα και της καθυπόταξης στην ηδονή, Διόνυσο, ως θνητό, παρατηρώντας το γυμνό σώμα του Α.Κωνσταντίνου, κάτασπρο, σαν από πηλό, να παίρνει μορφές γλυπτού. Στη συνέχεια, βλέπουμε την ενσάρκωση του Πενθέα, που αφού έχει διαπράξει ύβρι, παλεύει να ξεφύγει από τον εαυτό του και από τη νέμεση. Παλεύοντας με ένα πανί, φαίνεται να μεταμφιέζεται σε μαινάδα, βάφοντας ολοκληρο το πρόσωπο και το σώμα του. Έτσι, παρουσιάζουν ταυτόχρονα ένα εικαστικό θέαμα, αφού εν τέλει όλες οι “καλές” τέχνες συνδυάζονται αριστοτεχνικά, δικαιώνοντας το εξαιρετικό αποτέλεσμα αυτής της παράστασης. Τέλος, οι φτερωτοί αγγελιοφόροι και η πορφυρή Αγάυη, μητέρα του Πενθέα, το κατεξοχήν τραγικό πρόσωπο που αδυνατεί να διακρίνει ανάμεσα στην επιθυμία και στην πράξη, βλέπει το παιδί της, πια ως θηρίο και το δολοφονεί στο όνομα του Θεού της. Ξαφνικά, μαζί με τον Πενθέα, έχει χαθεί καθε εμπόδιο και νόμος απαγόρευσης. Ακόμα και το όνομά του, κρύβει μέσα το πένθος, όπως μας μαρτυρεί και το κείμενο. Ένα πένθος, που κυριαρχεί σε ολόκληρη την παράσταση. Φτάνοντας,λοιπόν, στο τέλος, και αφού έχουμε ζήσει μια συγκλονιστική θεατρική εμπειρία, ο Διόνυσος, παίρνοντας τη θεϊκή του μορφή, θα εμφανιστεί και σε μας, αποποιούμενος κάθε ευθύνη, καλώντας μας να τον ακολουθήσουμε και λέγοντας: “Εκείνα που είναι να γίνουν, δεν έγινα νποτέ. Κι αυτά που γίνονται, δεν ήταν για να γίνουν”. Έτσι στιγμιαία, από θεατές γινόμαστε μάρτυρες μιας πραγματικότητας, που αντιπροσωπεύει το τότε και το τώρα και που θέτει την πίστη στο στόχαστρο του κυνικού ρεαλισμού.

 

Screen Shot 2016-04-25 at 12.31.44 PM

lavart.gr

23/11/2015
Διάνα Σεϊτανίδου

——————————————————————————————————————

«Θεός ορίζει των θνητών τις πράξεις»

Όταν παράγεις τέχνη ρισκάρεις. Εκτίθεσαι, απογυμνώνεσαι, μένεις μετέωρος και αφήνεις κάπου ένα κομμάτι της ψυχής σου. Η επιτυχία δεν είναι ποτέ δεδομένη, οι ισορροπίες λεπτές και η αγωνία για το αποτέλεσμα τεράστια. Όταν πετυχαίνεις, όμως, ανταμείβεσαι υπέρ το δέον. Η ομάδα του Ανδρέα Κωνσταντίνου τα κατάφερε, και όλοι όσοι βρεθήκαμε την Πέμπτη το βράδυ στο Blackbox μαγευτήκαμε από το πολύπλευρο καλλιτεχνικό τους project. Ξεφεύγοντας από την πεπατημένη, έφτασαν την τέχνη του θεάτρου σε ένα άλλο επίπεδο, όπου ερεθίζονται όλες οι αισθήσεις, και με μέσα από άλλες τέχνες, όπως είναι αυτή της γλυπτικής, της ζωγραφικής και της μουσικής μας παρέδωσαν ό, τι πιο πολύτιμο έχουν. Πολλές δόσεις ταλέντου και μια από τις καλύτερες σύγχρονες παραλλαγές των Βακχών.
Το έργο, το τελευταίου του μεγάλου και καινοτόμου τραγωδού της αρχαιότητας, του Ευριπίδη, αγγίζει θέματα υπερβατικά και παρουσιάζει σε όλο της το μεγαλείο τη σκοτεινή, νεοσοφιστική και θεοληπτική σκέψη του. Ο Διόνυσος, γιός του Δία και της Σεμέλης, κόρης του Κάδμου, με ανθρώπινη μορφή κατεβαίνει στη Θήβα προκειμένου να εδραιώσει τη λατρεία του έχοντας στο πλευρό του τις γυναίκες της Θήβας, ανάμεσα στις οποίες βρίσκεται και η μητέρα του Πενθέα, η Αγαύη, αδερφή της Σεμέλης. Ο τελευταίος, ως βασιλιάς της Θήβας, κινητοποιείται από τις αμφιβολίες και τα αντιδιονυσιακά του αισθήματα και αποφασίζει με παρότρυνση του αγγελιοφόρου να μεταμορφωθεί σε Μαινάδα και να παρακολουθήσει ο ίδιος τις ακατανόμαστες και αλλοπρόσαλλες πράξεις των Βακχών. Εδώ έγκειται και το τραγικό στοιχείο της υπόθεσης. Ο Πενθέας τιμωρείται με τον πιο βάναυσο τρόπο για την απιστία του, αφού μόλις γίνει αντιληπτός, κατασφάζεται από τις εκστασιασμένες γυναίκες και, συγκεκριμένα, από την ίδια του τη μητέρα. Ο ίδιος ο θεός, που δε θα μπορούσε να μείνει αμέτοχος σε όλα αυτά, στο τέλος του έργου επαναφέρει την τάξη στέλνοντας τον κακότυχο Κάδμο στο νησί των Μακάρων και την Αγαύη μαζί με τις αδερφές της στην εξορία.

«Το σκοτάδι έχει μεγαλοπρέπεια, το αισχρό και την ημέρα φαίνεται». Ακούγοντας αυτή τη φράση και βυθισμένοι στο σκοτεινό χώρο του θεάτρου γίναμε συμμέτοχοι υψίστων ιδεών, αφουγκραστήκαμε για λίγο την αρχαία φιλοσοφία και την αέναη τραγικότητα της ζωής, νιώσαμε το δέος και τη δύναμη αρχέγονων εννοιών και καταστάσεων, όπως αυτή της απείθειας στο θεό, της θεϊκής επιβλητικότητας, του δυισμού και της μεταμόρφωσης. Σταθερό στοιχείο πάνω στη σκηνή αποτελούσε ένας φωτεινός κύκλος στο φόντο, που συμβόλιζε την τελειότητα, την αθανασία και την ολοκλήρωση, ιδέες που βρίσκουν αντίκρισμα στο πρόσωπο του παρεξηγημένου θεού Διόνυσου. Παρατηρώντας τον μοναδικό ηθοποιό επί σκηνής να αναλαμβάνει διαφορετικό ρόλο κάθε φορά έχοντας ως στήριγμα λίγα αντικείμενα αντιληφθήκαμε ότι δεν χρειάζονται πολλά για μια άρτια παράσταση. Μερικά κουρέλια, ένα σύγχρονο ακουστικό μέσο που έδινε τη δυνατότητα για δημιουργία και αναπαραγωγή ήχων, έξυπνα φώτα, πρωτογενή υλικά όπως ο πηλός και η φωτιά, αλλά κυρίως ένα εύπλαστο και ακούραστο σώμα, που έχει γεννηθεί για να ερμηνεύει, αρκούν. Αξίζει να σημειωθεί το σύμβολο θΘ το οποίο όπως αναφέρει ο ίδιος ο Κωνσταντίνου κρύβει πίσω του το πρότυπου του θανάτου, αλλά και της ηρεμίας και του απείρου. Το έργο κλείνει με τη μεταφορά του κοινού σε ένα μυστικό ως τώρα χώρο του θεάτρου για το κοινό, και η παρουσίασή του γίνεται πιο άμεση, με αποτέλεσμα να μην λείψει καμία στιγμή η ευρηματικότητα και το χιούμορ στο οποίο επιδόθηκε ο ηθοποιός ελαφρύνοντας, έτσι, το βαρύ κλίμα που μας είχε κυριαρχήσει. Μια παράσταση-ωδή απέναντι στο θάνατο, αλλά και ένα σύγχρονο αριστούργημα, πλασμένο από νέους ανθρώπους, με αποδέκτες όχι μόνο όλους όσους ζητούν πειραματικά και αξιόλογα έργα, αλλά και αυτούς που τα φοβούνται.

 

Screen Shot 2016-04-25 at 12.34.51 PM

parallaximag.gr

23/11/2015
Από Άννα Ποδάρα

——————————————————————————————————————

Μια εργασία, οι Βάκχες και το θΘέατρο ενάντια στον Θάνατο

Σε μια εποχή που ο θεατής έχει μάθει να αλληλεπιδρά για κάθε πληροφορία που καταναλώνει, τι θα απογίνει το θέαμα; Μπορεί το θέατρο να αλλάξει και να περάσουμε από την παθητική θέαση στη βιωματική εμπειρία; Πέντε καλλιτέχνες από τη Θεσσαλονίκη έχουν βαλθεί να μας αποδείξουν ότι μπορεί: Να παρακολουθήσει ένα θέατρο… αλλιώς!

Στον κατάμαυρο άδειο χώρο του Βlackbox, τα φώτα χαμηλώνουν και οι θεατές ενημερώνονται ότι πρέπει να απενεργοποιήσουν τα κινητά τους: «Όποιος θέλει κάτι απέξω, να βγει τώρα, πριν ξεκινήσει η παράσταση». Οι πόρτες κλείνουν, ο χώρος βυθίζεται στο απόλυτο σκοτάδι, επικρατεί μια μικρή κλειστοφοβική αμηχανία, μέχρι που ένα φωτεινό στεφάνι φωτίζει το χώρο και εμφανίζεται ο Διόνυσος, καλυμμένος από πηλό, σαν αρχαίο γλυπτό. Τα επόμενα 90 λεπτά, οι θεατές παρακολουθούν με δέος μια solo performance του Ανδρέα Κωνσταντίνου, οποίος ενσαρκώνοντας όλους τους ρόλους του έργου μας αφηγείται τις Βάκχες, το τελευταίο και πιο σκοτεινό έργο του Ευριπίδη που έγραψε ένα χρόνο πριν πεθάνει.

Η performance όμως αυτή, δεν είναι ακριβώς…solo. Η μουσική του Κωστή, η γλυπτική του Κωνσταντίνου, οι ενδυματολογικές επιλογές της Ελεάννας και τα γραφικά του Mike αποτελούν δραματουργικά στοιχεία που μαζί με το σώμα και τη φωνή του Αντρέα συνθέτουν μια δυνατή βιωματική εμπειρία, στην οποία οι θεατές συμμετέχουν με όλες τους τις αισθήσεις, από την όραση μέχρι την όσφρηση! Μέρος της μυσταγωγικής ατμόσφαιρας αποτελεί μέχρι και το φουαγιέ αλλά και αυτή η μικρή αποθήκη, στον επάνω όροφο του θεάτρου, όπου οδηγεί ο «Διόνυσος» τους θεατές για την τελευταία πράξη-έξοδο της τραγωδίας.

Η εργασία Βάκχες είναι το πρώτο project της ομάδας θΘ και ονομάζεται εργασία, γιατί η καλλιτεχνική ομάδα με βάση το αρχαίο κείμενο, συνεχώς εξελίσσεται και πειραματίζεται με νέα υλικά, νέες φόρμες. Αξίζει να σημειωθεί ότι παρόλο που πρόκειται για έναν μονόλογο, το κείμενο έχει διατηρηθεί σχεδόν αυτούσιο. Σχεδόν σε κάθε παράσταση προστίθεται κάτι καινούργιο, κάτι που σημαίνει ότι μπορεί να την δει εύκολα κάποιος που την έχει ήδη παρακολουθήσει.

Ιf you don’t evolve, you dissolve, λένε στο εξωτερικό. Αν δεν εξελίσσεσαι πεθαίνεις. Έτσι και οι θΘ προσπαθουν να πολεμήσουν το θάνατο, με όπλο τους το θέατρο. H Ελεάννα, ο Κωνσταντίνος, ο Κωστής. Kαλλιτέχνες πίσω από τα φώτα της σκηνής, με μικρή ή ελάχιστη εμπειρία στον θεατρικό χώρο που ήταν με τον Ανδρέα φίλοι από τα παιδικά τους χρόνια. Πριν ένα χρόνο, αποφάσισαν να ενώσουν τις καλλιτεχνικές τους δυνάμεις και να συστηθούν στο κοινό της Θεσσαλονίκης, με το πρώτο τους project, τις Βάκχες, που αποτελεί μια εργασία για «θέατρο ενάντια στο Θάνατο». Αυτό άλλωστε σημαίνουν και το αρχικά θΘ (για όσους αναρωτιούνται τι είναι αυτά τα αφισάκια με το θΘ που έχουν κατακλύσει τη πόλη). Στην ομάδα προστέθηκε λίγο αργότερα και ο Mike Rafail, μέλος της δημιουργικής ομάδας Beetroot. Είναι κλισέ αλλά ισχύει. Οι παρέες γράφουν ιστορία. Το αναμένουμε.

 

Screen Shot 2016-04-25 at 12.37.44 PM

http://savaspatsalidis.blogspot.gr/2015/11/blog-post_26.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+SavasPatsalidis+(Savas+Patsalidis)

26/11/2015
Απο Σάββας Πατσαλίδης

——————————————————————————————————————

Το δοκιμαζόμενο βακχικό σώμα

Κανένα έργο, όσο σημαντικό και να ‘ναι, δεν αντέχει στις χαρακιές του χρόνου εάν δεν «πειραχτεί». Και ο λόγος είναι απλός. Ένα έργο είναι δέσμιο των ιστορικών συνθηκών που το γέννησαν και το συντήρησαν. Όταν αυτές περάσουν, τότε επιβάλλονται και οι αναστηλώσεις ώστε να μπορεί να σταθεί ξανά με αξιώσεις μπροστά στο νέο κοινό. Θέλω να πω ότι δεν είναι αυτονόητη η επιβίωσή του, γιατί απλούστατα δεν είναι αυτονόητη η διαιώνιση της επικοινωνιακής του δυναμικής. Και το γεγονός ότι τα πλέον «πειραγμένα» έργα είναι τα κλασικά οφείλεται στο γεγονός ότι μόνο αυτά αντέχουν σε τέτοιου είδους επεμβάσεις.
Έχουν και το βάθος και το ειδικό βάρος που επιτρέπει σε σκηνοθέτες να δοκιμάσουν λύσεις τέτοιες ώστε όλος αυτός ο πλούτος να εισβάλει ξανά στην πλατεία της νέας ιστορικής κοινότητας με την ίδια ορμή που είχε εισβάλει όταν πρωτοπαρουσιάστηκε.
Η εργασία
Επειδή το «πειραματικό» γενικά πουλάει σε μια μεταμοντέρνα αγορά παθιασμένη με το «νέο», όλοι, και κυρίως (και λογικά) οι νέοι, δηλώνουν έτοιμοι να το υπηρετήσουν (και να το εμπορευματοποιήσουν). Ένα μόνο πράγμα πρέπει να καταλάβουν αρκετοί από αυτούς: ο πειραματισμός, για να έχει νόημα και ουσία, απαιτεί βαθιά, πολύ βαθιά γνώση των βασικών κανόνων του θεάτρου. Απαιτεί γνώση της ίδιας της οντολογίας του. Χωρίς αυτή τη γνώση κάθε «αλλιώτικη» απόπειρα είναι καταδικασμένη να φωνάζει από μακριά το «τίποτά» της, την κενότητά της και τη δηθενιά της. Ο γόνιμος πειραματισμός, κι όχι τα κουραφέξαλα, προϋποθέτει υπομονή, επιμονή, όραμα, εργαστηριακή δουλειά. Δεν είναι στιγμιαίος καφές, δεν γίνεται από τη μια στιγμή στην άλλη.
Τα επισημαίνω όλα αυτά με αφορμή την περφόρμανς του Ανδρέα Κωνσταντίνου Βάκχες, η οποία, κατά την ταπεινή μου γνώμη, δικαιολογεί σ’ ένα βαθμό τη λέξη «πειραματική». Είναι μια «εργασία», όπως την ονομάζει ο ίδιος ο καλλιτέχνης, που εδώ και αρκετό καιρό βρίσκεται σ’ ένα σωλήνα διαρκούς δοκιμασίας και διεύρυνσης. Μια εργασία που δεν βιάζεται. Έχει σημασία.

Η περφόρμανς
Αυτό που έφερε στο θεσσαλονικιώτικο Black Box ο Κωνσταντίνου (το είχε πρωτοφέρει στο Αλατζά Ιμαρέτ πριν από καιρό, σε μια κάπως διαφορετική μορφή) ήταν μια φιλόδοξη υβριδική πρόταση, που αντλούσε κώδικες από διάφορους επιτελεστικούς/εκφραστικούς χώρους όπως το αφηγηματικό θέατρο, το δραματικό, το τελετουργικό, το μονολογικό, η γλυπτική, ο χορός, και η μουσική. Χωρίς να αυτοθαυμάζονται ή να περιφέρουν άσκοπα τη σκηνική τους εικόνα, οι ανάμεικτες λύσεις της σκηνοθεσίας είχαν μέτρο και λόγο ύπαρξης.
Εκεί που θεωρώ ότι πρέπει να προβληματιστεί περισσότερο από δω και πέρα ο καλλιτέχνης είναι πώς να κάνει τον διάλογο ανάμεσα στα διάφορα επιτελεστικά επίπεδα πιο πυκνό και λειτουργικό, ώστε να παραχθεί ένα τελικό σύμπλεγμα όπου όλα τα επί μέρους να δένουν πιο αβίαστα μεταξύ τους. Δεν εννοώ να αμβλύνει τη διαφορετικότητά τους, αλλά να κοιτάξει να στήσει περάσματα ώστε η μια σκηνή να υπάρχει ελέω της άλλης ή να κλείνει το μάτι στην άλλη. Εννοώ ενίσχυση της εσωτερικής επικοινωνίας των εκφραστικών εργαλείων. Για παράδειγμα, μου άρεσε η μαγνητοφωνημένη φωνή του αφηγητή. Άκουσα με μεγάλη προσοχή την ιστορία. Είχε μια καθαρότητα και ρυθμικότητα που με γοήτευσε. Από την άλλη όμως, βρήκα σαφώς πιο ενδιαφέρουσα και επικοινωνιακά πιο ακαριαία την απόδοση του κειμένου από τον ίδιο τον καλλιτέχνη. Και το τονίζω αυτό γιατί θεωρώ ότι η περφόρμανς θα κέρδιζε πόντους εάν περιόριζε τη χρονική διάρκεια της μαγνητοφωνημένης αφήγησης και ενίσχυε τη σχέση ανάμεσα στην παρουσία της φωνής off και την απουσία του σώματος. Θεωρώ πως ένα ντεσαβαντάζ της μαγνητοφώνησης της δραματικής ιστορίας είναι ότι αποψίλωνε τη σωματικότητα και την υλικότητα των σημείων, και έτσι έβγαζε εκτός κάδρου την πιο κομβική εικόνα των Βακχών. Εκτιμώ ότι, επενδύοντας περισσότερο επάνω στην υλικότητα και την ευμεταβλητότητα της σκηνικής του παρουσίας, θα ανέβαζε κατά πολύ τη θερμοκρασία του δράματος.

Ο Κωνσταντίνου είναι ένας χαρισματικός ηθοποιός, με πολύ καλή κίνηση και ακόμη καλύτερη φωνή. Αναγνωρίζω το βαθμό δυσκολίας της «εργασίας» του. Επιχείρησε κάτι πολύ απαιτητικό. Και στα όρια που έθεσε η περφόρμανς του πέτυχε. Δεν φλυαρούσε ούτε πελαγοδρομούσε. Μ’ εξαίρεση την ακατανόητη και σχεδόν διαλυτική, κατ’ εμέ, επιλογή του να μεταφέρει το τελευταίο πεντάλεπτο της δράσης στο πατάρι του θεάτρου (εκεί είχα τη σφοδρή επιθυμία να φύγω, τόσο πολύ ΔΕΝ μου άρεσε), το σύνολο αυτού που μας έδειξε ήταν καλά εστιασμένο, δουλεμένο, περίεργο και πολύχυμο. Υπήρχαν στιγμές εξαιρετικής ομορφιάς και έμπνευσης, με πρωταγωνιστή την εικόνα του σώματος-γλυπτό, που υποστήριζε μια πολύ υπαινικτική φωτιστική παρτιτούρα και σωστά επιλεγμένη μουσική υπόκρουση.
Βρήκα πολύ ενδιαφέρουσα και εικαστικά πολύ αποτελεσματική τη χρήση του υφάσματος που έντυνε σε ρόλους το σώμα, όπως βρήκα πολύ σωστή και την εκφορά του λόγου των προσώπων του δράματος από τον πρωταγωνιστή.
Πιστεύω πως καθώς προχωρά και λύνει προβλήματα και εμπλουτίζει λύσεις, η εργασία αυτή θα καταλήξει σε μια πολύ ενδιαφέρουσα και πλήρη πρόταση. Για την ώρα δικαιολογεί απόλυτα, και με θετικό πρόσημο, αυτό που είναι: work-in-progress.

Συμπέρασμα: πηγαίνετε να τη δείτε όταν σας δοθεί η ευκαιρία. Θα σας γοητεύσει κι ας μην απαντά σε όλα τα ζητήματα που θέτει ή αποπειράται να θέσει. Είναι από τις δοκιμασίες εκείνες που τις θυμάσαι φεύγοντας από το θέατρο. Αυτό σημαίνει κάτι.

 

Screen Shot 2016-04-25 at 12.42.33 PM

http://www.exostispress.gr/Article/thth-bakxes–nas-performer-enas-mousikos-enas-eikastikos-kai-mia-endimatologos-irthan-antimetopoi-me-tis-bakxes-tou-eiripidi

Νοέμβριος 2015
Απο Κατερίνα Ράβναλη

——————————————————————————————————————

Η πρώτη σκέψη μόλις μπήκα στο BlackBox για να παρακολουθήσω την performance των Βακχών ήταν τι ωραίος θεατρικός χώρος. Έχω παρακολουθήσει πολλές φορές παραστάσεις στο συγκεκριμένο θέατρο, ήταν η πρώτη φορά όμως που μπήκα και για κάποια δευτερόλεπτα πάγωσα και κοίταζα τον χώρο. Μέχρι να διασχίσω την σκηνή για να βρεθώ στην θέση μου,την ώρα που περπατούσα ένιωθα τον όγκο του χώρου,την επιβλητικότητα του. Ένας πραγματικά μεγάλος μαύρος χώρος. Άδειος, στο βάθος και στις ακρούλες οι θεατές. Στον τοίχο ένας μεγάλος φωτεινός κύκλος.’Έκατσα στην θέση μου ακόμα χαζεύοντας την “σκηνή”. Μετά από λίγη ώρα,μπήκε ένας υπάλληλος του θεάτρου και μας ζήτησε να απενεργοποιήσουμε τα κινητά μας ή να τα βάλουμε σε flying mode(Πρώτη φορά σε παράσταση έχω ακούσει το flying mode).Ο υπάλληλος συνέχισε λέγοντας μας ότι η παράσταση θα διαρκέσει 90 λεπτά και ότι αν χρειάζεται να βγούμε έξω για κάποιο λόγο πρέπει να γίνει τώρα. Μόλις το είπε αισθάνθηκα ότι ήμουν σε εκείνα τα παιχνίδια του λούνα παρκ που ξεκινάνε και μετά δεν μπορείς να κατέβεις. Και αν φοβάσαι,πρέπει να αποφασίσεις και ενδεχομένως να κατέβεις πιο πριν,γιατί μετά ότι και να κάνεις θα είναι αργά. Δεν υπάρχει επιστροφή. Με αυτές τις σκέψεις στο μυαλό ανέβηκε στην σκηνή ο Κωνσταντίνου και μετά έκλεισαν τα φώτα. Απόλυτο σκοτάδι. Απόλυτη ησυχία…Έτσι ξεκίνησε η performance των Θθ.

Η ομάδα θΘ μέσα από το σώμα και την γενικότερη υλική υπόσταση ενός και μοναδικού υλικού σώματος μας αφηγήθηκαν τις Βάκχες του Ευριπίδη. Δεν χρησιμοποίησαν κάποια αποσπάσματα-θραύσματα του κειμένου. Το κείμενο του Ευριπίδη ήταν αυτούσιο. Όχι κόψε-ράψε.”Υπηρέτησαν” το κείμενο. Δεν προσπάθησαν να βολευτούν και να κάνουν μια προχειρόδουλεια. Η επιτέλεση ”χτίστηκε” με βάση τις Βάκχες.

Όραση. Το θέατρο ξεκινά καταρχάς με την όραση. Βλέπω τον άλλον να παίζει,πρωτίστως. (Δεν τον ακούω, όπως λόγου χάριν σε μια όπερα).Τον βλέπω. Η performance αλλάζει λίγο το κέντρου βάρους. Μετατρέπει το γεγονός σε εμπειρία. Εμπειρία που την βιώνει με ένα συγκεκριμένο τρόπο αυτός που παίζει και με έναν άλλον αυτός που το παρακολουθεί. Η εμπειρία αυτή οξύνει πάρα πολύ τις αισθήσεις. Στις Βάκχες άκουγες, έβλεπες, μύριζες, συναισθανόσουν τι γινόταν. Όλα ήταν πολύ έντονα. Ο Κωνσταντίνου γευόταν μια μια όλες τις λέξεις και μας τις μετέφερε. Σε κάποια σημεία, στην προσπάθεια του να επικοινωνήσει με αυτή την ιδιαίτερη σκηνική γλώσσα υπερέβαλλε. Υπερτόνιζε. Υπερφόρτιζε τις λέξεις. Ως περφόρμερ, πέρα από το παραπάνω είχε δυναμική παρουσία και ισχυρό λόγο ύπαρξης επί σκηνής. Ως σύλληψη, η περφόρμανς που παρακολουθήσαμε ήταν καθαρή, με ωραίο ρυθμό και εναλλαγές και πολύ ευφυής χρήση του υπάρχοντα χώρου (Το τέλος τοποθετήθηκε σε ένα δωμάτιο-αποθήκη του BlackBox γεμάτο με κεριά και όλοι οι θεατές οδηγήθηκαν εκεί). Είχε ατμοσφαιρικότητα και αμεσότητα.

H μουσική του Κωστή Λιολιόπουλου, η εικαστική επιμέλεια του Κωνσταντίνου Παυλίδη και τα κουστούμια της Ελεάνας Θαλασσούδη συνδημιούργησαν την περφορμανς. Υπήρξε πολύ προσοδοφόρα αλληλεπίδραση μεταξύ των παραπάνω καλλιτεχνών και όλα μαζί τα στοιχεία εντέλει συνδιαμόρφωσαν τις Βάκχες. Πολύ δυνατά ακουστικά ερεθίσματα ακουστικά και εικαστική καλαισθησία ενίσχυσαν την δύναμη της παράστασης.

Σας προτείνω να το δείτε γιατί είναι ένα από τα λίγα δείγματα περφορμανς που κυκλοφορούν αυτή την εποχή στην Ελλάδα και γιατί είναι μια πολύ προσεγμένη ομαδική δουλειά.

 

Screen Shot 2016-04-25 at 12.44.18 PM

http://www.mic.gr/cinema.asp?id=44618

26/11/2015
Απο Κώστας Γ. Καρδερίνης

——————————————————————————————————————

θΘ – Εργασία Βάκχες
του / με τον Ανδρέα Κωνσταντίνου

Μια παράσταση-αφήγηση με τον Ανδρέα σε πολλαπλούς ρόλους. Πολύ διαφορετική από τότε που την πρωτοείδαμε στο Αλατζά Ιμαρέτ. Ένα συγκλονιστικό σόλο που συνδυάζει τη μυθοπλασία του Αισώπου, τον παλμό του Πινδάρου, την τόλμη του Θέσπι, την πλαστικότητα του Πραξιτέλη, το χρωστήρα του Απελλή, τα τσαλίμια της Λαΐδας, τη γλώττα του Ξενοφώντα, την άρθρωση και το μέλος του Φήμιου, την τραγική δεξιοτεχνία του Μαρσύα, τις μεταμορφώσεις του Λουκιανού.
Αγαύη, Πενθέας, Διόνυσος ή Βάκχος, Τειρεσίας, αγγελιαφόρος, Μαινάδες, Βάκχες. Ύβρις, βλάσφημες φήμες, καινά δαιμόνια, Ευριπίδης και Χειμωνάς και Ανδρέας Κωνσταντίνου [Μικρά Αγγλία, Όχθες, Ουζερί Τσιτσάνης]. Η ιδέα της ανοιχτής αυτής [ανα]παράστασης, η σκηνοθετική εξέλιξή της, η απόδοση και η εκτέλεση ανήκουν στον εκπληκτικό σολίστα Ανδρέα.
Το σχόλιό του πάνω στη σαρκοβόρο παγκοσμιοποίηση, στους σαρκοφάγους του ανθρώπου-πολίτη-στοχαστή-κατασπαρασσόμενου-κατασπαρράσοντα είναι αμείλιχτο. Ο Χελρέιζερ κι ο Στίβεν Κινγκ στέκουν αμήχανοι και τον κοιτούν να ξεδιπλώνει τη σπλατεριά του Ευριπίδη, όπως ο ίδιος ο αρχαίος τραγικός προφήτευσε -θαρρείς- το δικό του άδοξο τέλος. Μάντης δεινών, προάγγελος συμφορών, Κασσάνδρα και Κάσσανδρος συνάμα. Ακόμη και η περιβόητη αναγνώριση γίνεται γκραν γκινιόλ, γκροτέσκος κόλαφος και τρόμος του κενού.
Πιο συνταρακτικό όλων είναι ότι όσα αφηγείται ο Ανδρέας εφάπτονται των καταστάσεων και των δεινών που βιώνουμε όλοι μας. Αυτών που γδέρνουν την υπόληψή μας, τρυπάνε τις σκέψεις μας, ακρωτηριάζουν τις αυριανές μας επιλογές, μας αποκόπτουν από την ευτυχία, την αταραξία, τη γαλήνη, τη σιγουριά μιας χαλαρής μέρας. Ευοί ευάν, ευοί ευάν, ευοί ευάν!!! Σπεύσατε να δείτε και να θαυμάσετε πώς απλώνεται η αγανάχτησή μας στο χώρο του θεάτρου, του διαδρόμου, του φουαγέ, του παταριού, του πρώην εξώστη.

 

Screen Shot 2016-04-25 at 12.46.28 PM

http://rearwindoww.blogspot.gr/2015/12/project-bacchae.html

18/12/2015
Απο Μαρία Κυργιαφίνη

——————————————————————————————————————

στο Blackbox
πριν λίγο καιρό

Μορφές πολλές παίρνει το θεϊκό
Άγνωστο τέλος δίνουν στα πράγματα οι θεοί
Εκείνα που είναι να γίνουν δεν έγιναν ποτέ
Κι αυτά που γίνονται. Δεν ήταν για να γίνουν
Σιωπή. Σιωπή
Βάκχες, Ευριπίδη, μτφ. Γ. Χειμωνά

Όποιος παρακολούθησε τη δεύτερη εκδοχή της performance Εργασία Βάκχες από τον Ανδρέα Κωνσταντίνου είχε την τύχη να βιώσει για δεύτερη φορά μια ουσιώδη παραστασιακή εμπειρία. Παρά το γεγονός πως η πρώτη προσέγγιση στην τραγωδία του Ευριπίδη Βάκχες, η οποία παρουσιάστηκε πριν περίπου από έναν χρόνο στο Βlock33 – σε έναν εντελώς διαφορετικό χώρο, επιδραστική συνθήκη για την διαμόρφωση της σκηνικής δράσης και της δημιουργίας της ατμόσφαιρας – ήταν αποτέλεσμα μελέτης και εμβάθυνσης στο λόγο του Ευριπίδη και είχε τη δυνατότητα να παρουσιαστεί εκ νέου ατόφια, η παράσταση της δεύτερης εκδοχής ήταν μια καινούρια ανάγνωση. Τα μέσα και η αισθητική που χρησιμοποιούνται είναι τα βασικά εργαλεία της σύλληψης που διατηρούνται ως χαρακτηριστικά σημεία μιας performance που χρησιμοποιεί το σωματικό θέατρο, τα εικαστικά, τη γλυπτική και τη μουσική για μιλήσει με εικόνες και παράλληλα να επιτρέψει στο κείμενο του Ευριπίδη, σε μετάφραση Γιώργου Χειμωνά, να ακουστεί και να μετατραπεί σε συναίσθημα.

Το 407 π.χ. ο Ευριπίδης γράφει τις Βάκχες την περίοδο που βρισκόταν στην Πέλλα, στην αυλή του βασιλιά Αρχέλαου. Πρόκειται για το τελευταίο έργο της συγγραφικής διαδρομής του, το οποίο δεν πρόλαβε να ανεβάσει, καθώς πέθανε σχεδόν ένα χρόνο αργότερα. Συνοπτικά, πρόκειται για ένα έργο με διονυσιακό θέμα, στο οποίο ο νέος θεός Διόνυσος επιχειρεί να προσηλυτίσει τους πολίτες της Θήβας στη λατρεία του. Ο Πενθέας, βασιλιάς των Θηβών και γιος της Αγαύης αμφισβητεί έντονα τη νέα λατρεία και συλλαμβάνει τον θεό που στο έργο παρουσιάζεται με ανθρώπινη μορφή. Η οργή του Διονύσου δεν αργεί να ξεσπάσει με τον Πενθέα να οδηγείται παρασυρμένος από τη διονυσιακή “μέθη” στον Κιθαιρώνα και να έρχεται αντιμέτωπος με τη μανία των Βακχών.

Η προσέγγιση της δεύτερης εκδοχής διαφοροποιείται, όχι μόνο ως προς την “οικοδόμηση” της παράστασης, αλλά και ως προς τον τρόπο “ανάγνωσης” των ρόλων όσον αφορά τα εκφραστικά μέσα με τα οποία ο Α. Κωνσταντίνου εξελίσσει σκηνικά του ήρωες της τραγωδίας (δίνει πιο έντονα κωμικά στοιχεία στους Αγγελιοφόρους του, χωρίς αυτό να γίνεται τετριμμένο, ενισχύει το απόκοσμο και την επιβλητικότητα του Διόνυσου και ξεδιπλώνει την έπαρση του Πενθέα, μεγεθύνοντας την τραγωδία και την πτώση του αργότερα).

Η αξιοποίηση του χώρου παίζει καθοριστικό ρόλο για τη μορφή της παράστασης και γίνεται το καθοριστικό σημείο, το οποίο στοιχειοθετεί την ειδοποιό διαφορά των δύο παραστάσεων – προσεγγίσεων. Η σκηνή του Blackbox διαμορφώθηκε – είναι χαρακτηριστικό του εν λόγω θεάτρου, λόγω της σχεδίασής του, να μπορεί να “αλλάζει” δομικά ανάλογα με τις απαιτήσεις της κάθε παραγωγής – για να εξυπηρετήσει τις γρήγορες αλλά και εξ ολοκλήρου μεταμορφώσεις του Αντρέα Κωνσταντίνου σε όλους τους ρόλους αυτής της σημαντικής υπαρξιακής τραγωδίας του Ευριπίδη. Η έκταση του χώρου χρησιμοποιείται έξυπνα ενώ παράλληλα αποτελεί πρόκληση για τον ηθοποιό στη μοναχική του παρουσία επί σκηνής.

Ο Αντρέας Κωνσταντίνου σε αυτή τη solo performance γίνεται Διόνυσος, Πενθέας, Αγαύη, Κάδμος, Τειρεσίας, Αγγελιαφόροι, Χορός μπαινοβγαίνοντας από τον έναν ρόλο στον άλλο με ρυθμό και δεξιοτεχνία. Την ίδια στιγμή δε μας λείπει τίποτα. Με την παρουσία του, δίχως υπερβολή, καθηλώνει τον θεατή με το εξαιρετικό του ταλέντο και τα τεχνικά του μέσα (ρυθμός, φωνή και λόγος, κίνηση και σώμα, πρόσωπο και μάσκα), ένας ηθοποιός με την κυριολεκτική έννοια του όρου, ποιεί ήθος, πλάθει χαρακτήρες και μεταδίδει με άμεσο και επιδραστικό τρόπο τη φιλοσοφία του κόσμου του Ευριπίδη και τα συναισθήματα που αναδύονται από τους ήρωες μιας τραγικής ιστορίας, η οποία αναδεικνύει από τη μια το αναπόδραστο της μοίρας του ανθρώπου απέναντι στους θεούς και από την άλλη τη βαθιά μοναξιά του ανθρώπου σε έναν κόσμο που αλλάζει, αναδομείται και συντρίβεται, στο κλείσιμο ενός κύκλου ζωής όπως τον γνώριζε μέχρι πρότινος.

Δε πρόκειται για ακόμη μια θεατρική παράσταση, αλλά για μια θεατρική συγκίνηση – συν/κίνηση – κατά τη διάρκεια της οποίας ο θεατής “γεμίζει” από συναισθήματα, προβληματισμό και σκέψη, παρακολουθώντας την ιστορίας της ανθρώπινης ύπαρξης μέσω της λεκτικής έκφρασης της ποίησης που ακούγεται αβίαστα χωρίς τον κόπο της βαρύγδουπης φωνητικής υπερβολής.

Το ερώτημα για εμάς που είχαμε παρακολουθήσει την πρώτη εκδοχή παλλόταν σαν γλυκιά ανησυχία της προσμονής του όμορφου: θα διατηρούνταν και εδώ το στοιχείο της μετάβασης; Η αναπάντεχη έκπληξη του τελευταίου στάσιμου και της εξόδου στη μετάβαση του performer και των θεατών σε διαφορετικό σκηνικό χώρο. Στην προκειμένη περίπτωση, η ποιότητα της μετάβασης συνάδει με την εξέλιξη της τραγωδίας για τους ήρωες και λειτουργεί συμβολικά σε ένα περισσότερο ρεαλιστικό περιβάλλον σε σχέση με αυτό της κεντρικής δράσης: το τέλος της ζωής όπως τη γνώριζαν, η αποδομημένη ζωή, η ζωή μετά την καταστροφή και το πένθος γίνονται φανερά από τον εγκαταλελειμμένο τόπο. Ο χώρος μοιάζει με αποθήκη με τα σημάδια της παλιάς ζωής να ξεπροβάλλουν διστακτικά μέσα στην παρακμή, σαν ένα παλιό αριστοκρατικό σπίτι που έχει υποστεί φθορές από το χρόνο και την απουσία. Κεριά αναμμένα, παλιοί καναπέδες που έχουν ξεμείνει από τις “καλές” ημέρες του οίκου.

Ο τόπος αυτός συνδέεται με την τύχη του οίκου του Κάδμου, την πτώση και το θάνατο, ταυτόχρονα, όμως, λειτουργεί πολύ εύστοχα και λυτρωτικά για τον θεατή ως τόπος κάθαρσης. Εκεί, ο Ανδρέας Κωνσταντίνου επιλέγει να διαβάσει το κείμενο, αποδίδοντας ένα σχόλιο για την τέχνη του ηθοποιού και του θεάτρου, τη διαδικασία της παραγωγής μιας θεατρικής παράστασης, τη διαδρομή για την αναζήτηση του ρόλου από το κείμενο του Ευριπίδη στη μετάφραση του Χειμωνά και από εκεί στη σύλληψη της ιδέας και υλοποίησή της από τον ίδιο.

Η παράσταση ολοκληρώνεται με χιούμορ και συγκινησιακή ατμόσφαιρα, με μαεστρική ισορροπία, αναπτύσσοντας ταυτόχρονα την εξωσκηνική συζήτηση της καλλιτεχνικής διαδικασίας. Ένα θέατρο ουσίας από μια ομάδα σπουδαίων καλλιτεχνών: ιδέα, σκηνοθεσία και solo performance από τον Ανδρέα Κωνσταντίνου, γλυπτική από τον Κωνσταντίνο Παυλίδη, μουσική από τον Κωστή Λιολιόπουλο, κοστούμια από την Ελεάνα Θαλασσούδη, φωτογραφία από τον Mike Rafail.

Advertisements