Solo Performance by Andreas Konstantinou

Words

BODY: From the constitution of stillness to the intangibility of motion or from the anticipation of death to its en-body-ment. 

There is an inherent contradiction in the sculptures of the classical period: made of a hard, rigid material, seen from the distance, they look still, static, frozen. But when one approaches, their materiality disappears instantly. It is swollen by the imprinted expression, the embodied motion. The body suffers, rejoices, dares, the body feels. The senses and the feelings are insubstantial as well. Like ancient forerunners of expressionism, these sculptures lose their substance, they become insubstantial, for they express the movement of human nature.

In Euripides’ Bacchae there is an innate contradiction, a profound conflict: the conflict of a still world, entrenched views, indisputable acknowledgement, a world which Pentheus represents, that even his name reveals (Pentheus* from the Greek word ‘penthos’ meaning “grief”) that he is in endless mourning, at times causing it himself, unable to reconcile with the very essence of life, the flow, the change. These are the characteristics of the other pole, represented by this “strange” new god, Dionysus. Dionysus, the god who expresses “all the mysterious and uncontrollable tidal currents in the life of nature, which sometimes ebb and sometimes flood” (E.R. Dodds, Euripides Bacchae). Dionysus that calmly proclaims that originally chaos  reigns over nature and then  violently imposes it. Dionysus who comes as new, but is treated as the ‘foreigner’ and threatening to Pentheus, for he disturbs his certainties. It is distinctive, that the new god comes from the East, the land of barbarians, who Pentheus believes that ” they are stupider than Greeks.” It is also dinstictive, that Pentheus is  accused of ignorance and disrespect from Dionysus. Perhaps at this point, the disrespect not only towards the new god, but towards life itself, its nature, is implied.

This conflict  is reflected on the body. Pentheus’ body –as if it was made of clay- is the only one not involved in the  transformations governing the play and caused by the god himself, who takes mortal shape, and go up to the women, who -liable to an internal transformation- manage and become stronger than men (“sadly I admit..”, says Pentheus,”..from women we suffer..”). Pentheus resists transformation (“Dress up in a female outfit? I can’t do that—I’d be ashamed to.”), that is why his transformation is ultimately ridiculous. On the other hand Dionysus is full of motion (“let his holy ribbons fly off in the winds”, says Pentheus, threatening to kill Dionysus) and passion, a  master on transformations, not only his own but the others’ as well. But while Pentheus threatens “I’ll chop off his head, slice it right from his body ” in the end it is his own body – as if it was made of broken clay-  that is found horribly mangled (Pentheus’ body lying without a body).

The substantial immobility  rises like a wall between the human being and death, that is, his fate. Pentheus is mourning, for he has not en-bodied death, for he stands before him (waiting still, realising what was coming). For he strongly resists “to undertake the pain of being human” according to a verse from the poem by Pier Paolo Pasolini “Ballad of the mothers”. For he refuses to let himself to his own nature.

If  Euripides’ play expresses in the most eloquent way the flow and unity of all things, which the pre-Socratic Heraclitus supported, the constant change, the absence of boundaries between natural beings, it is truly interesting that in this version of the play by the θΘ group, all the characters of the play are impersonated by one actor, therefore he is in constant movement and he transforms, for us all, are everything. And the body is the scope of this transformation. The body covered with clay, through transformations and perpetual motion, gradually dissipates and lets the human being reveal itself – like an ancient sculpture- . The human being, that if anything, it contradicts itself.

Maria Patronou

——

ΣΩΜΑ: από την υλικότητα της ακινησίας στο άυλο της κίνησης ή από την προσμονή του θανάτου στην εν-σωμά-τωσή του

Στα γλυπτά της κλασικής περιόδου ενυπάρχει μια αντίφαση: φτιαγμένα από ένα υλικό σκληρό, άκαμπτο, μοιάζουν από απόσταση ακίνητα, στατικά, παγωμένα. Όταν όμως πλησιάσει κανείς, η υλικότητά τους εξαφανίζεται αυτοστιγμεί. Την καταπίνει η αποτυπωμένη έκφραση, η ενσωματωμένη κίνηση, το σώμα που πάσχει, που χαίρεται, που τολμά, το σώμα που αισθάνεται. Και οι αισθήσεις είναι άυλες, τα συναισθήματα επίσης. Σαν αρχαίοι πρόδρομοι του εξπρεσιονισμού, τα γλυπτά αυτά χάνουν την υλικότητά τους, γίνονται άυλα, γιατί εκφράζουν την κίνηση της ανθρώπινης φύσης.

Στις Βάκχες του Ευριπίδη ενυπάρχει μια αντίφαση, μια βαθιά σύγκρουση: η σύγκρουση του κόσμου της ακινησίας, των παγιωμένων θέσεων, των αδιαμφισβήτητων παραδοχών, ένας κόσμος τον οποίο εκπροσωπεί ο Πενθέας, που ακόμα και το όνομά του δηλώνει ότι τελεί σε διαρκές πένθος, και ταυτόχρονα το προκαλεί, ανίκανος να συμφιλιωθεί με την ίδια την ουσία της ζωής, τη ροή, τη μεταβολή. Αυτά είναι  τα χαρακτηριστικά του άλλου πόλου, που εκπροσωπεί αυτός ο «παράξενος» νέος θεός, ο Διόνυσος. Ο Διόνυσος, ο θεός που εκφράζει « όλα τα μυστηριώδη και ανεξέλεγκτα παλιρροϊκά ρεύματα στη ζωή της φύσης, που άλλοτε υποχωρούν και άλλοτε πλημμυρίζουν» (E. R. Dodds, Ευριπίδου Βάκχαι). Ο Διόνυσος που με νηφαλιότητα διακηρύττει αρχικά  ότι στη φύση το χάος βασιλεύει-και στη συνέχεια με βία το επιβάλλει. Ο Διόνυσος που έρχεται ως το νέο, αλλά αντιμετωπίζεται σαν το «ξένο» και απειλητικό για τον Πενθέα, γιατί  διασαλεύει τις βεβαιότητές του. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο νέος θεός έρχεται από την Ανατολή, τη γη των βαρβάρων, για τους οποίος ο Πενθέας πιστεύει πως «έχουν νου μικρότερο από των ελλήνων». Και επίσης χαρακτηριστικό είναι ότι ο Πενθέας κατηγορείται από το Διόνυσο για αμάθεια και ασέβεια. Κι εδώ ίσως υπονοείται όχι απλώς η ασέβεια απέναντι στο νέο θεό, αλλά η ασέβεια απέναντι στην ίδια τη ζωή, στη φύση της.

Όλη αυτή η σύγκρουση αποτυπώνεται στο σώμα. Το σώμα του Πενθέα-σαν από πηλό- είναι το μόνο που δεν μετέχει των μεταμορφώσεων που κυριαρχούν στο έργο και ξεκινούν από το θεό, που παίρνει τη μορφή ανθρώπου, και φτάνουν μέχρι τις γυναίκες, που- υποκείμενες σε μια εσωτερική μεταμόρφωση- καταφέρνουν και γίνονται ισχυρότερες των ανδρών ( οικτρά το παραδέχομαι, λέει ο Πενθέας, από γυναίκες υποφέρουμε). Ο Πενθέας αντιστέκεται στη μεταμόρφωση (δεν μπορώ να ντυθώ γυναίκα), γι΄ αυτό και η μεταμόρφωσή του είναι εν τέλει γελοία. Από την άλλη ο Διόνυσος είναι έμπλεος κίνησης  ( από τα μαλλιά του ο άνεμος θα φύγει, λέει ο Πενθέας, απειλώντας να σκοτώσει το Διόνυσο) και πάθους, τεχνίτης στις μεταμορφώσεις, όχι μόνο τις δικές του, αλλά και των άλλων. Και ενώ ο Πενθέας απειλεί «θα του κόψω τον τράχηλο, θα χωρίσω από το σώμα», στο τέλος το δικό του σώμα-σαν από πηλό που έσπασε- βρίσκεται κατατεμαχισμένο (το σώμα του Πενθέα να κείται δίχως σώμα).

Αυτή η υλικότητα της ακινησίας ορθώνεται σαν τείχος ανάμεσα στο ανθρώπινο ον και το θάνατο, δηλαδή τη μοίρα του. Ο Πενθέας πενθεί, γιατί δεν έχει εν-σωμα-τώσει το θάνατο, γιατί στέκεται απέναντί του(ο δυστυχισμένος επερίμενε ασάλευτος, εκαταλάβαινε τι ερχόταν). Γιατί αντιστέκεται σθεναρά «να αναλάβει τον άγριο πόνο να είναι ανθρώπινο ον», σύμφωνα με έναν στίχο από το ποίημα του Πιερ Πάολο Παζολίνι «Μπαλάντα των μανάδων».  Γιατί αρνείται να αφεθεί στην ίδια του τη φύση.

Αν αυτό το έργο του Ευριπίδη  εκφράζει με τον πιο εύγλωττο τρόπο τη ροή και την ενότητα  των πάντων, που υποστήριζε ο προσωκρατικός Ηράκλειτος, τη συνεχή μεταβολή, την απουσία ορίων ανάμεσα στα φυσικά όντα, πολύ ενδιαφέρον είναι ότι στη συγκεκριμένη εκδοχή του έργου από την ομάδα Θθ το ίδιο πρόσωπο ερμηνεύει όλα τα πρόσωπα του έργου, άρα είναι σε διαρκή κίνηση και μεταμορφώνεται, γιατί όλοι είμαστε όλα. Και το σώμα γίνεται το πεδίο αυτής της μεταμόρφωσης. Το σώμα καλυμμένο από πηλό, που μέσω των μεταμορφώσεων και της αέναης κίνησης σταδιακά διαλύεται και αφήνει να αποκαλυφθεί-σαν αρχαίο γλυπτό – το ανθρώπινο ον που –τι άλλο;-αντιφάσκει …

Μαρία Πατρώνου

 

 

Εργασία Βάκχες: διακειμενική ανάγνωση

«Είτε υπάρχουν είτε δεν υπάρχουν θεοί, είμαστε σκλάβοι τους».
Φερνάρντο Πεσσόα

«Το δράμα Βάκχες είναι παράξενο και καταπληκτικό. Θέτει, τουλάχιστον, με απόλυτη σιγουριά το αίνιγμα ενός μυστηρίου που κρατούσε σε αγωνία τον ποιητή σ’ όλη του τη ζωή και που έδωσε τις πιο αντίθετες απαντήσεις σ’ αυτό το μυστήριο του θεού, της ύπαρξής του, της δικαιοσύνης του και της αδικίας του, τη δράση του στη ζωή του σύμπαντος και στη ζωή των ανθρώπων. Το μυστήριο του θεού, η αναγκαιότητα του θεού καταδυνάστευαν τον Ευριπίδη σ’ όλη τη σταδιοδρομία του. Πιστεύει και βλασφημεί διαδοχικά. Στις Βάκχες, τέλος, ελευθερώνει, με τη δημιουργία προσώπων που έρχονται αντιμέτωπα μέσα στο δράμα, τις δυνάμεις που τον δίχαζαν, τις δυνάμεις εκείνες που τον κάνουν έναν τραγικό ποιητή. […]
Κάθε τραγωδία είναι, κατά μία έννοια, μια επαναστατική πράξη κατά του κόσμου, έτσι που είναι ή έτσι που φαίνεται. Και ,κατά μιαν άλλη έννοια, κάθε τραγωδία είναι μια πράξη πίστης απέναντι στον κόσμο, έτσι που πρέπει να είναι ή μάλλον έτσι που αποκαλύπτεται από την ποίηση πίσω από τα φαινόμενα. Μια παρόμοια σύγκρουση προβάλλει ο Ευριπίδης στις Βάκχες. Είναι μάταιο να επιδιώξει κανείς να καταλάβει τον ποιητή μέσα σε ένα απ’ αυτά τα πρόσωπα, χωρίς να λάβει υπόψη του τα άλλα. Ο Ευριπίδης είναι, αν μπορώ να πω, όλα τα πρόσωπα μαζί. Είναι η σύγκρουση των προσώπων. Είναι η τραγωδία.»

Αντρέ Μπονάρ, Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός, 3ος τόμος, Βάκχες, μετάφραση Ελένη Γαρίδη, εκδόσεις Θεμέλιο, 1992

Έπαυσε τότε ο Εχιονίδης και δεν προστάζει πλέον να πάνε,
μα πάει ο ίδιος όπου τελούνταν ιερουργίες κι όπου ο εξαίσιος
ο Κιθαιρώνας με τρανούς ήχους των βακχευόντων κι άσματα ηχούσε.
Ως αψύς ίππος που χρεμετίζει, όταν πολέμου εύηχη σάλπιγξ
χάλκινη δίνει σύνθημα, οπότε αναλαμβάνει έρωτα μάχης,
όμοια ο Πενθέας απ’ τον αιθέρα, που από θρήνους μακρούς δονούνταν
παροξυνόταν κι απ’ την οργή του άναψε όταν κραυγή ακούσθη.
Είν’ πεδιάδα σχεδόν στη μέση τ’ όρους, που δάση στ’ άκρα τη ζώνουν,
Και δίχως δένδρα καθαρή όντας αυτή ολούθε περίβλεπτη είναι.
Πρώτη εκεί είδε κείνον να βλέπει με ανόσια μάτια ιερουργίες,
πρώτη η μητέρα επαροξύνθη με μια πορεία σφοδρής μανίας,
πρώτη το θύρσο ρίχνει και βλάπτει τον ιδικό της γιο τον Πενθέα
κι εκραύγασε έτσι: «Ω σεις οι δύο αδελφές μου, είστε παρούσες`
τον κάπρο εκείνον, πολύ μεγάλο, που στους δικούς μας αγρούς πλανάται,
τον κάπρο εκείνον θα τον χτυπήσω,» Ορμά το πλήθος ξεφρενιασμένο
ενάντια σ’ έναν` όλες συρρέουν κι αυτόν, που τρέμει, καταδιώκουν,
που ήδη  τρέμει και λόγια λέει λιγότερο άγρια τώρα από πρώτα,
αυτόν που ψέγει τον εαυτό του κι αναγνωρίζει πως κάνει σφάλμα.
Τραυματισμένος εκείνος είπε:  «Δώς ‘μου βοήθεια καλή μου θεία,
συ Αυτονόη, και την ψυχή σου του Ακταίωνα η σκιά ας κάμψει.»
Δεν ξέρει εκείνη ποιος ο Ακταίων ήταν` κι ως τούτος παρακαλούσε,
το δεξί χέρι τού τραβά` τα’ άλλο με λύσσα η θεια του Ινώ σπαράζει.
Χέρια δεν έχει ο κακομοίρης για να τ’ απλώσει προς τη μητέρα`
κολοβωμένος, των σπαραγμένων μελών του δείχνει τα τραύματά του`
«Κοίταξε, μάνα!» λέει. Η Aγαύη κοιτάζοντάς τον τότε ολολύζει
Και τον λαιμό του σείει και τινάζει την κόμη του όλη προς τον αέρα`
Την κεφαλή του ξεριζωμένη στα ματωμένα χέρια κρατάει`
«ιώ, κραυγάζει, «συνεργοί, τούτο το έργο είναι δική μου νίκη!»
Δεν αρπά τόσο γοργά ο αέρας φύλλα, που η ψύχρα του φθινοπώρου
τα έχει αγγίξει και κακώς είναι ακόμα τώρα στα ψηλά δένδρα,
όσο αρπαγήκαν από ανόσια χέρια τα μέλη αυτού του άνδρα.
Οβιδίου,  Μεταμορφώσεις, μετάφραση Θεόδωρος Τσόχαλης

Ο Διόνυσος θεράπευε κατά την αρχαϊκή εποχή την ίδια κοινωνική ανάγκη όπως κι ο Απόλλωνας: μέσω μιας τελετουργικής διεξόδου εκτονώνονταν όλες οι άλογες ορμές, οι οποίες ,όταν παρεμποδίζονται, προκαλούν, όπως συμβαίνει και σ’ άλλους πολιτισμούς, το ξέσπασμα μιας συλλογικής υστερίας. Ο Διόνυσος, ο Λύσιος, προσέφερε ελευθερία: «Λησμόνησε τη διαφορά και θα βρεις τον εαυτό σου, ενώσου με το θίασο και θα είσαι σήμερα ευτυχισμένος». Απελευθερώνει το άτομο από το ασυνήθιστο και ασήκωτο βάρος της ατομικής ευθύνης – σε μια εποχή που το άτομο αρχίζει και αναδύεται για πρώτη φορά μέσα από την παλιά οικογενειακή αλληλεγγύη. Ο σκοπός της λατρείας αυτής ήταν η έκστασις, που θα μπορούσε να σημαίνει από το ότι  γίνομαι εκτός εαυτού έως και  υφίσταμαι μια βαθιά αλλαγή προσωπικότητας.

Ο Ευριπίδης δείχνει την οξύνοιά του, όταν μελετά το έγκλημα: Μας δείχνει τους άνδρες και τις γυναίκες να αντιμετωπίζουν γυμνοί το μυστήριο του κακού, όχι ως ένα ξένο πράγμα που προσβάλλει το λογικό τους απ΄ έξω, αλλά ως ένα μέρος του εαυτού τους ήθος ανθρώπω δαίμων. Έτσι, ενώ παύει το κακό να είναι υπερφυσικό, δεν είναι λιγότερο μυστηριώδες ή τρομακτικό.
Αυτό που απασχολεί τον ποιητή στα τελευταία του έργα είναι η μεγάλη αμφιβολία  αν μπορεί να βρεθεί κάποιος λογικός σκοπός στην τακτοποίηση της ανθρώπινης ζωής και στη διακυβέρνηση του κόσμου. Η τάση αυτή κορυφώνεται στις Βάκχες, το θρησκευτικό περιεχόμενο των οποίων είναι ότι παρουσιάζουν ένα «επέκεινα» που βρίσκεται έξω από τις ηθικές μας κατηγορίες και είναι απρόσιτο στο λογικό μας. Αυτό δεν σημαίνει πως από τα έργα του πηγάζει μια συνεπής φιλοσοφία για τη ζωή-άλλωστε γράφει σε εποχή αμφιβολίας- αλλά αν πρέπει να του προσάψουμε ένα χαρακτηρισμό θα ταίριαζε ίσως η λέξη «ιρρασιοναλιστής».
Ο Ευριπίδης αντικατοπτρίζει όχι μονάχα τη Διαφώτιση αλλά και την αντίδραση προς τη Διαφώτιση.

E.R. Dodds, Οι Έλληνες και το παράλογο,
μτφρ. Γιώργης Γιατρομανωλάκης, εκδ. Καρδαμίτσα

Το τρίτο στάδιο είναι του ελληνικού διονυσιακού. Οι απολλώνιες ψευδαισθήσεις συγκρούονται με τις εκδηλώσεις του διονυσιακού. Εδώ αυτό που γιορταζόταν ήταν το ρεύμα της ζωής μέσα στο οποίο βρισκόμαστε κι εμείς όπως όλα τα πράγματα, είναι η αιωνίως διατηρούμενη ζωή των ειδών που θυσιάζει ανελέητα τα άτομά της, ζωές εφήμερες, αμελητέες. Στις διονυσιακές τελετές ξεχνάμε τον πόνο της ατομικής ύπαρξης μέσα στην ηδονή της ένωσης με δυνάμεις της φύσης, παρηγορούμαστε για τον πεπερασμένο χαρακτήρα της ατομικής μας ύπαρξης από το αίσθημα ότι συμμετέχουμε στην ευρεία κίνηση του συνόλου του σύμπαντος, γινόμαστε ψήγματα του θείου. Βέβαια, το ελληνικό διονυσιακό, επηρεασμένο και αλληλεπιδρώντας με το απολλώνιο, δεν θα παρουσιάσει ποτέ την ίδια αγριότητα με το βάρβαρο διονυσιακό. Το ελληνικό διονυσιακό δεν είναι, όπως το βάρβαρο, εγκατάλειψη στο Είναι, αλλά συμφιλίωση με το Είναι, δεν είναι εξορία του καθένα, αλλά αλληλεγγύη του καθένα με όλους.
Φρίντριχ  Νίτσε, Η γέννηση της τραγωδίας, μτφρ. Ζήσης Σαρίκας εκδ. Νησίδες

«Τα μυστικά βάθη του αισθήματος, τα σκοτεινότερα και τυφλότερα στρώματα του χαρακτήρα είναι οι μοναδικοί χώροι στον κόσμο όπου μπορούμε να συλλάβουμε την πραγματικότητα στη γένεσή της»

William James

«μέσα στο πνεύμα του ανθρώπου, όποια κι αν είναι η διανοητική του ανάπτυξη, υφίσταται ακλόνητα ριζωμένη μια κατάσταση πρωτόγονης νοοτροπίας»

Levy- Bruhl

Τον γνωρίζω το βυθό, είπε. Τον γνωρίζω με τη μεγάλη μου ρίζα:
αυτόν φοβάσαι.
Εγώ δεν τον φοβάμαι: έχω βρεθεί εκεί.

Με κατοικεί μια κραυγή.
Τη νύχτα φτερουγίζει
Γυρεύοντας, με τα νύχια της, κάτι να αγαπήσει.

Με τρομάζει αυτό το σκοτεινό πράγμα
που κοιμάται μέσα μου`
ολημερίς νιώθω τις απαλές, αέρινες κινήσεις του, τη μοχθηρία του.

Σύλβια Πλαθ, Φτελιά, Άριελ , μτφρ. Ελένη Ηλιοπούλου, Κατερίνα  Ηλιοπούλου,
εκδόσεις Μελάνι

Κάποτε σαν να’ γινε αθώος και φοβήθηκε πως θα πέθαινε
μισώντας το Θεό του, όμως δεν ήταν παρά πόνος:
Δίκαιος άνθρωπος, ψυχρός, γενναίος μες στην αδέκαστη έπαρσή του.

Ντύλαν Τόμας, Ελεγείο, Το χρώμα της λαλιάς, μτφρ. Γιώργος Μπλάνας,
εκδόσεις Ερατώ

«Ξαφνικά, σαν κάποια μοίρα ιατρική να με είχε εγχειρίσει από μια παλιά τυφλότητα με μεγάλα άμεσα αποτελέσματα, σηκώνω το κεφάλι από την ανώνυμη ζωή μου προς τη σαφή γνώση του τρόπου που υπάρχω. Και βλέπω ότι όλα όσα έχω κάνει, όλα όσα έχω σκεφτεί, όλα όσα έχω υπάρξει, είναι ένα είδος απάτης και τρέλας. Σαστίζω με όσα κατάφερα να μη δω. Ξαφνιάζομαι με ό,τι υπήρξα και βλέπω ότι τελικά δεν είμαι.
Κοιτάζω, σαν μια απέραντη έκταση που τη φωτίζει ο ήλιος διαπερνώντας τα σύννεφα, την περασμένη ζωή μου. Και διαπιστώνω, με ένα μεταφυσικό σάστισμα, πως οι πιο σίγουρες κινήσεις μου, οι πιο σαφείς ιδέες μου και τα πιο λογικά μου σχέδια δεν ήταν παρά εγγενής μέθη, φυσική τρέλα, μεγάλη άγνοια. Ούτε καν έπαιζα κάποιο ρόλο. Οι άλλοι τον έπαιζαν για μένα. Υπήρξα όχι ο ηθοποιός αλλά οι κινήσεις του.
Όλα όσα έχω κάνει, σκεφτεί, υπάρξει, είναι ένα άθροισμα υποταγών ή ένα ψεύτικο ον που το θεώρησα δικό μου, γιατί ενήργησα με κατεύθυνση από αυτό προς τα έξω, ή ανάλογα με το βάρος των περιστάσεων που υπέθετα πως ήταν ο αέρας που ανέπνεα. Είμαι, αυτή τη στιγμή που βλέπω, ένας άνθρωπος αιφνίδια μόνος του, που ανακαλύπτει πως είναι εξόριστος στο μέρος όπου υπήρξε πάντα πολίτης. Στα πιο μύχια της σκέψης μου δεν υπήρξα εγώ».
«Είμαι η μεγάλη πανωλεθρία της έσχατης στρατιάς που υποστήριζε την έσχατη αυτοκρατορία. Νιώθω μέσα μου τη γεύση του τέλους μιας αυτοκρατορίας αρχαίας και δεσποτικής. Είμαι μόνος και εγκαταλελειμμένος, εγώ, που κατά κάποιον τρόπο συνήθιζα να διατάσσω άλλους… Κάτι μέσα μου ζητάει διαρκώς συμπόνια –και κλαίει τον εαυτό του σαν πεθαμένο θεό, χωρίς βωμούς στη λατρεία του, όταν ο λευκός ερχομός των βαρβάρων γέμισε νιάτα τα σύνορα και η ζωή ήρθε να ζητήσει λογαριασμό από την αυτοκρατορία για το τι είχε κάνει τη χαρά».
«Όλη η ζωή της ανθρώπινης ψυχής είναι κίνηση στο μισοσκόταδο. Ζούμε στο ημίφως της συνείδησης, ποτέ σε αρμονία με αυτό που είμαστε ή με αυτό που υποθέτουμε ότι είμαστε. Στους καλύτερους από μας ζει η ματαιοδοξία κάποιου πράγματος, και υπάρχει ένα σφάλμα οπτικής γωνίας που αγνοούμε. Είμαστε κάτι που διαδραματίζεται στο διάλειμμα ενός θεάματος. Ενίοτε από μερικές πόρτες διακρίνουμε αυτό που ίσως είναι μόνο διάκοσμος. Όλος ο κόσμος είναι συγκεχυμένος, σαν φωνές μέσα στη νύχτα».
Αποσπάσματα από «Το βιβλίο της ανησυχίας» του Φερνάντο Πεσσόα,
μτφρ. Μαρία Παπαδήμα, εκδόσεις Εξάντας

«ΜΗΤΕΡΑ, ΕΙΣΤΕ ΚΑΚΙΑ. Τα μάτια σας έχουν τη σοφία και την αδιαφορία της κουκουβάγιας. Το χέρι σας, γεμάτο δαχτυλίδια, είναι ελαφρό σαν χάδι… Τότε γιατί σας φοβάμαι; Σας τρέμω… Είναι ένας φόβος που πάει πίσω στους αιώνες, ένας φόβος πρωτόγονος… Φοβάμαι να μην αφανιστώ… Μη μιλήσετε μια μέρα και βγει αίμα απ’ το στόμα σας σαν χείμαρρος και με πνίξει… Μου θυμίζετε τη θεά Αθηνά. Σοφία αλλά και πονηριές… Ή μάλλον δεν μου θυμίζετε τίποτα. Είστε ΕΣΕΙΣ με την οντότητα του θανάτου… Μοιάζετε με νεκροταφείο, με τάφο, με φάντασμα, με ζωντανή νεκρή, με βρικόλακα. Τα δόντια σας είναι έτοιμα να βυθιστούν στον άσπρο μου λαιμό. Σας προσφέρω τον λαιμό  μου, για να με δαγκώσετε…»
Μαργαρίτα Καραπάνου, Μαμά, εκδόσεις Ωκεανίδα

Δεν ξέρω. Αν είχα μια ζωή μπροστά μου -εγώ που όπου να’ ναι πεθαίνω- θα την περνούσα αφηγούμενος αυτή την ιστορία, χωρίς να σταματήσω ποτέ, χίλιες φορές, για να καταλάβω τι σημαίνει ότι η αλήθεια δίνεται μόνο στη φρίκη και ότι για να τη φτάσουμε αναγκαστήκαμε να περάσουμε απ’ αυτή την κόλαση, για να τη δούμε αναγκαστήκαμε να καταστρέψουμε ο ένας τον άλλον, για να την αποκτήσουμε αναγκαστήκαμε να γίνουμε άγρια θηρία, για να την ξετρυπώσουμε αναγκαστήκαμε να τσακιστούμε από τον πόνο και για να είμαστε αληθινοί αναγκαστήκαμε να πεθάνουμε.
Αλεσσάντρο Μπαρίκκο, Ωκεανός, μτφρ. Λένα Ταχμαζίδου, εκδόσεις Πατάκη

«Όλα όσα ζουν ζουν γιατί αλλάζουν, αλλάζουν γιατί διέρχονται και γιατί διέρχονται πεθαίνουν. Όλα όσα ζουν διαρκώς γίνονται κάτι άλλο, συνεχώς αρνούνται τους εαυτούς τους και αποφεύγουν τη ζωή».

Φερνάρντο Πεσσόα

Στο ακίνητο σημείο του κόσμου που γυρίζει. Ούτε σάρκα ούτε
μη σάρκα`
ούτε από ούτε προς` στο ακίνητο σημείο, εκεί είναι ο χορός,
αλλά ούτε στάση ούτε κίνηση. Και μην το ονομάσεις μονιμότητα,
όπου συγκλίνουν παρελθόν και μέλλον. Ούτε κίνηση από
ούτε προς,
ούτε άνοδος ούτε πτώση. Χωρίς το σημείο, το ακίνητο σημείο,
δεν θα υπήρχε χορός, και υπάρχει μόνο χορός.
Μπορώ να πω, εκεί έχουμε βρεθεί:
Αλλά δεν μπορώ να πω πού.

T.S Eliot, Burnt Norton, μτφρ. Χάρης Βλαβιανός

Ο παρελθών χρόνος και ο μέλλων χρόνος
Επιτρέπουν λίγη μόνο επίγνωση.
Το να έχεις επίγνωση σημαίνει να μη βρίσκεσαι
μέσα στο χρόνο
αλλά μόνο μέσα στο χρόνο μπορεί κανείς να θυμηθεί
τη στιγμή στον κήπο με τα τριαντάφυλλα,
τη στιγμή στην κληματαριά που τη χτυπά η βροχή,
τη στιγμή στην ανεμοδαρμένη εκκλησία όταν πέφτει
το βράδυ`
δεμένος με το παρελθόν και το μέλλον.
Μόνο με τον χρόνο ο χρόνος κατακτάται.

T.S Eliot, Burnt Norton, μτφρ. Χάρης Βλαβιανός

Φύγετε, φύγετε, φύγετε, είπε το πουλί: το ανθρώπινο είδος
δεν μπορεί ν’ αντέξει πολλή πραγματικότητα.
Ο παρελθών χρόνος και ο μέλλων χρόνος
ό, τι θα μπορούσε να είχε συμβεί και ό, τι συνέβη
δείχνουν σ’ ένα τέλος, που είναι πάντοτε παρόν.

T.S Eliot, Burnt Norton

Μορφές πολλές παίρνει το θεϊκό
Άγνωστο τέλος δίνουν στα πράγματα οι θεοί
Εκείνα που είναι να γίνουν δεν έγιναν ποτέ
Κι αυτά που γίνονται. Δεν ήταν για να γίνουν
Σιωπή. Σιωπή

Βάκχες, Ευριπίδη, μετάφραση Γιώργος Χειμωνάς

Οι λέξεις, μετά την ομιλία, αγγίζουν τη σιωπή.

T.S Eliot, Burnt Norton

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s